Μετάφραση του "nor" σε Ελληνικά

Οι φυλακή, στενή, δεσμωτήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nor" σε Ελληνικά.

nor noun γραμματική

Een plaats waar individuele personen in hun persoonlijke vrijheid beperkt worden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλακή

    noun feminine

    Χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται πρόσωπα με περιορισμένη ατομική ελευθερία.

    Ik denk dat hij nog één misdaad wou begaan, vooraleer hij de nor in ging.

    Μάλλον θα ήθελε να κάνει ένα ακόμα έγκλημα πριν πάει φυλακή.

  • στενή

    noun feminine

    Thuis had ik in de nor gezeten voor wat ik doe.

    Στην πατρίδα, θα μ'έχωναν στη στενή γι'αυτό που έκανα.

  • δεσμωτήριο

    noun neuter

    Χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται πρόσωπα με περιορισμένη ατομική ελευθερία.

  • μπουντρούμι

    noun neuter

    Χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται πρόσωπα με περιορισμένη ατομική ελευθερία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη