Μετάφραση του "nuk" σε Ελληνικά

Οι ιδιοτροπία, φαντασιοπληξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nuk" σε Ελληνικά.

nuk noun feminine γραμματική

Een plotse, onvoorspelbare wending van iemand zijn mening.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοτροπία

    noun feminine

    Of de nukken van een mot.

    Ή η ιδιοτροπία ενός σκώρου.

  • φαντασιοπληξία

    feminine

    Sinds wanneer gaan we achter alle nukken van Spencer aan?

    Προς τι η ξαφνική ανάγκη ν'ακολουθείς κάθε φαντασιοπληξία του Σπένσερ;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nuk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nuk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη