Μετάφραση του "ober" σε Ελληνικά

Οι σερβιτόρος, Σερβιτόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ober" σε Ελληνικά.

ober noun common γραμματική

een bediende in een restaurant of café [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σερβιτόρος

    noun masculine

    Een persoon die bedient in een restaurant, een café, of iets dergelijks.

    Maar een van je obers tweet foto's van het feest en jij hebt een verklaring getekend.

    Ένας σερβιτόρος σας τουιτάρει φωτογραφίες παρά τη συμφωνία εμπιστευτικότητας.

  • Σερβιτόρος

    een bediende in een restaurant of café

    Maar een van je obers tweet foto's van het feest en jij hebt een verklaring getekend.

    Ένας σερβιτόρος σας τουιτάρει φωτογραφίες παρά τη συμφωνία εμπιστευτικότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ober " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ober"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ober" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη