Μετάφραση του "ogenblikkelijk" σε Ελληνικά

Το αμέσως είναι η μετάφραση του "ogenblikkelijk" σε Ελληνικά.

ogenblikkelijk adverb

Op een onmiddelijke wijze; onmiddelijk of zonder uitstel.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb

    Op een onmiddelijke wijze; onmiddelijk of zonder uitstel.

    Vandaag de dag zijn de mogelijkheden om te leren onbeperkt, grenzeloos en ogenblikkelijk.

    Σήμερα οι ευκαιρίες μάθησης είναι απεριόριστες, δεν γνωρίζουν σύνορα και αξιοποιούνται αμέσως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ogenblikkelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ogenblikkelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη