Μετάφραση του "onenigheid" σε Ελληνικά

Οι προστριβές, έριδα, τσακωμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "onenigheid" σε Ελληνικά.

onenigheid noun feminine γραμματική

Een verhit en boos dispuut. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προστριβές

    f-p

    Anderen ongemanierd behandelen leidt tot onenigheid, boosheid en verdriet.

    Η αγενής συμπεριφορά οδηγεί σε προστριβές, αγανάκτηση και στενοχώρια.

  • έριδα

    noun feminine
  • τσακωμός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διχόνοια
    • λογομαχία
    • καβγάς
    • διάσταση
    • ασυμφωνία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " onenigheid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "onenigheid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη