Μετάφραση του "ongehuwd" σε Ελληνικά

Οι άγαμος, ανύπαντρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ongehuwd" σε Ελληνικά.

ongehuwd adjective γραμματική

niet in het huwelijk getreden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγαμος

    noun masculine

    Indien de overleden ambtenaar ongehuwd was, worden deze kosten aan zijn rechtverkrijgenden vergoed.

    Αν ο αποβιώσας υπάλληλος ήταν άγαμος, τα έξοδα αυτά επιστρέφονται στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα.

  • ανύπαντρος

    adjective masculine

    Hij is ongehuwd en woont bij z'n moeder.

    Είναι ανύπαντρος και ζει με τη μητέρα του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ongehuwd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ongehuwd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ongehuwd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη