Μετάφραση του "ongerept" σε Ελληνικά
Οι παρθένος, αγνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ongerept" σε Ελληνικά.
ongerept
adjective
γραμματική
Van, betreffende tot, kenmerkend van, of passend bij een maagd.
-
παρθένος
noun masculineSlechts zeer weinig ongerept bos is in brand geraakt.
Πολύ λίγο τμήμα του παρθένου δάσους έχει καεί.
-
αγνός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ongerept " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη