Μετάφραση του "onmiddellijk" σε Ελληνικά
Οι αμέσως, άμεσος, άμεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "onmiddellijk" σε Ελληνικά.
onmiddellijk
adjective
adverb
γραμματική
zonder uitstel
-
αμέσως
adverbGa zeker onmiddellijk naar daar.
Πρέπει να πας αμέσως εκεί.
-
άμεσος
adjective masculineEr is geen onmiddellijk of reëel gevaar voor een verbod.
Δεν υπάρχει άμεσος ή πραγματικός κίνδυνος ισχύος της παρούσας απαγόρευσης.
-
άμεση
adjective feminineGezien de verdere ontwikkelingen moet deze verordening onmiddellijk van kracht worden.
Λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων, επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
-
άμεσο
adjective neuterGezien de verdere ontwikkelingen moet deze verordening onmiddellijk van kracht worden.
Λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων, επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " onmiddellijk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "onmiddellijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άμεσο ερώτημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη