Μετάφραση του "ononderbroken" σε Ελληνικά

Οι αδιάκοπος, συνεχής, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ononderbroken" σε Ελληνικά.

ononderbroken adjective γραμματική

Zonder onderbreking, ophouden of interruptie.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάκοπος

    adjective masculine

    De eerste fase van het leven is een ononderbroken slaap.

    Το πρώτο στάδιο της ζωής του είναι ένας αδιάκοπος ύπνος.

  • συνεχής

    adjective m;f

    Weinige rotsen kunnen de ononderbroken het zandstralen weerstaan.

    Ελάχιστοι βράχοι μπορούν να αντισταθούν στο συνεχές σφυροκόπημα του φορτωμένου με άμμο ανέμου.

  • ακατάπαυστος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αιώνιος
    • διαρκής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ononderbroken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ononderbroken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη