Μετάφραση του "ontheffing" σε Ελληνικά
Το απαλλαγή είναι η μετάφραση του "ontheffing" σε Ελληνικά.
ontheffing
noun
γραμματική
-
απαλλαγή
noun feminineDe overeenkomst leidt echter niet tot een ontheffing van deze kosten, maar vormt de uitwerking van het grondprincipe.
Η συμφωνία όμως δεν οδηγεί στην απαλλαγή από τη δαπάνη αυτή, αλλά αποτελεί την εφαρμογή της βασικής αρχής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ontheffing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ontheffing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαίρεση από έγκριση σύμπραξης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη