Μετάφραση του "ontkenning" σε Ελληνικά

Το Άρνηση είναι η μετάφραση του "ontkenning" σε Ελληνικά.

ontkenning noun feminine γραμματική

Een loochening van kennis, verwantschap, en/of verantwoordelijkheid voor iets of iemand.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άρνηση

    όρος της ψυχολογίας

    Is ontkenning niet prachtig?

    Αυτό είναι το υπέροχο πράγμα που λέγεται Άρνηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ontkenning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ontkenning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη