Μετάφραση του "openbaar" σε Ελληνικά

Οι δημόσιος, κοινός, Δημόσιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "openbaar" σε Ελληνικά.

openbaar adjective verb γραμματική

vrij toegankelijk

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημόσιος

    adjective masculine

    In alle gevallen moest rekening worden gehouden met de mate waarin openbaarmaking in het openbaar belang zou zijn.

    Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το δημόσιο ενδιαφέρον που εξυπηρετείται από τη διάθεση των πληροφοριών.

  • κοινός

    adjective masculine

    Overeenkomstige verplichtingen kunnen als voorwaarden worden opgenomen in machtigingen voor de levering van openbare diensten.

    Οι αντίστοιχες υποχρεώσεις μπορούν να περιλαμβάνονται ως όροι στις άδειες για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " openbaar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Openbaar
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δημόσιο

    In alle gevallen moest rekening worden gehouden met de mate waarin openbaarmaking in het openbaar belang zou zijn.

    Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το δημόσιο ενδιαφέρον που εξυπηρετείται από τη διάθεση των πληροφοριών.

Φράσεις παρόμοιες με "openbaar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "openbaar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη