Μετάφραση του "opening" σε Ελληνικά

Οι οπή, τρύπα, άνοιγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opening" σε Ελληνικά.

opening noun feminine γραμματική

Een, vaak rond, stuk niets in iets vasts. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπή

    noun feminine

    Door een zijdelingse opening in de naald wordt de druk aan de manometer doorgegeven.

    Η βελόνη διαθέτει πλευρική οπή, μέσω της οποίας μεταδίδεται η πίεση στο μανόμετρο.

  • τρύπα

    noun feminine

    We gaan een opening vinden en ons er tussen duwen.

    Θα βρούμε μια τρύπα και θα γλυστρήσουμε μέσα.

  • άνοιγμα

    noun neuter

    Het niet vernietigen van het merk is slechts geoorloofd wanneer de eindverpakking bij opening wordt vernietigd.

    Το σήμα μπορεί να μην καταστρέφεται μόνον εφόσον η δεύτερη συσκευασία καταστρέφεται κατά το άνοιγμά της.

  • άβυσσος

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opening " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opening" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη