Μετάφραση του "opleggen" σε Ελληνικά
Οι θέτω, βάζω, δέχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opleggen" σε Ελληνικά.
opleggen
verb
γραμματική
Officieel of met autoriteit verklaren.
-
θέτω
verbWel worden daardoor strengere beperkingen aan het optreden van ondernemingen en regeringen opgelegd.
Ωστόσο, αυτό θέτει αυστηρότερους περιορισμούς στις ενέργειες των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων.
-
βάζω
verbAls de natuur grenzen oplegt aan onze mogelijkheden dan hebben we die doorbroken!
Η φύση βάζει περιορισμούς στον άνθρωπο, αλλά εμείς τους υπερβήκαμε.
-
δέχομαι
verbDat betekent dat wij onszelf enige beperkingen hebben opgelegd.
Αυτό σημαίνει ότι έχουμε δεχθεί ορισμένους περιορισμούς.
-
φορώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " opleggen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη