Μετάφραση του "opslag" σε Ελληνικά

Οι αύξηση, αποθήκευση, αποθεματοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opslag" σε Ελληνικά.

opslag noun masculine γραμματική

Een plaats waar iets ligt, om het op te slaan, verzekerd te bewaren of te behouden. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξηση

    noun feminine

    Toch ziet de Commissie geen aanleiding voor een verdere opslag.

    Ωστόσο, η Επιτροπή δεν κρίνει απαραίτητη μια περαιτέρω αύξηση.

  • αποθήκευση

    noun

    — Methoden om de stabiliteit bij de opslag en de houdbaarheid van het preparaat vast te stellen.

    — Μέθοδοι χρησιμοποιούμενες για τον προσδιορισμό της σταθερότητας στην αποθήκευση και του χρόνου ζωής του σκευάσματος.

  • αποθεματοποίηση

    Noun

    Voorraad opgeborgen gehouden voor toekomstig gebruik. (Bron: AMHER)

    Er zijn ook subsidies voor de opslag van bepaalde soorten kaas.

    Υφίστανται επίσης ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση ορισμένων τύπων τυριού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποθήκη
    • σήμανση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opslag " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "opslag" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opslag" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη