Μετάφραση του "opsluiten" σε Ελληνικά

Οι φυλακίσει, φυλακίζω, σφίγγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opsluiten" σε Ελληνικά.

opsluiten verb γραμματική

Het insluiten of in een beperkte ruimte of plaats houden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλακίσει

    Ik kan niet geloven dat hij een vrouw zou opsluiten.

    Αδυνατώ να πιστέψω πως έχει φυλακίσει κάποια καημένη γυναίκα.

  • φυλακίζω

    verb

    Zijn dochter is dood, en hij wordt opgesloten.

    Η κόρη του είναι νεκρή και εκείνος φυλακίζεται.

  • σφίγγω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opsluiten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opsluiten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη