Μετάφραση του "optioneel" σε Ελληνικά
Οι προαιρετικός, κατ' εκλογήν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "optioneel" σε Ελληνικά.
optioneel
-
προαιρετικός
adjective masculineFunctionele componenten of accessoires die optioneel worden aangeboden, worden geacht geen deel uit te maken van het basisproduct.
Τα προαιρετικά συστατικά στοιχεία και παρελκόμενα δεν θεωρούνται μέρος του βασικού προϊόντος.
-
κατ' εκλογήν
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " optioneel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "optioneel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προαιρετική ενότητα
-
προαιρετικός συμμετέχων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη