Μετάφραση του "optreden" σε Ελληνικά

Οι παίζω, δράση, υποδύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "optreden" σε Ελληνικά.

optreden verb noun neuter γραμματική

voor een publiek bepaalde handelingen verrichten, bijvoorbeeld in kunstzinnige zin [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίζω

    verb

    Echt waar, ik heb wat optredens gedaan, en het is altijd hetzelfde.

    Έχω παίξει σε διάφορες συναυλίες, κι όλο το ίδιο συμβαίνει.

  • δράση

    noun feminine

    Dit gemeenschappelijk optreden treedt in werking op de dag waarop het wordt vastgesteld.

    Η παρούσα κοινή δράση αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία που υιοθετείται.

  • υποδύομαι

    verb
  • συμπεριφέρομαι

    verb

    Het werd tijd een nieuwe sheriff aan te stellen... iemand die kan optreden als een president.

    Ήταν καιρός για ένα νέο σερίφη κάποιον που ήξερε να συμπεριφέρεται ως Πρόεδρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " optreden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "optreden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη