Μετάφραση του "orthodox" σε Ελληνικά
Οι ορθόδοξος, ορθόδοξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orthodox" σε Ελληνικά.
orthodox
adjective
γραμματική
De aanvaarde gewoontens en welvoegelijkheden volgen.
-
ορθόδοξος
adjective masculineOp 17 juli 2000 is de middeleeuwse orthodoxe kerk in Kosovo Pole bij Pristina door een bomexplosie met de grond gelijk gemaakt.
Στις 17 Ιουλίου 2000 ισοπεδώθηκε μεσαιωνικός ορθόδοξος ναός στο Κόσοβο Πόλιε κοντά στην Πρίστινα μετά από έκρηξη βόμβας.
-
ορθόδοξη
noun adjective feminineEen erg orthodox monetair beleid kan zelfs al snel leiden tot stagnatie, het stoppen van groei.
Μια υπερβολικά ορθόδοξη νομισματική πολιτική μπορεί εύκολα να έχει ως επακόλουθο ακόμα και τη στασιμότητα, τη διακοπή της ανάπτυξης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orthodox " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "orthodox" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ορθοδοξία
-
Ορθόδοξη Εκκλησία
-
Εκκλησία της Κύπρου
-
ορθόδοξη · ορθόδοξος
-
Ανατολικός Ορθόδοξος
-
Εκκλησία της Ελλάδος · Ελληνορθόδοξη Εκκλησία
-
ορθόδοξος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη