Μετάφραση του "ouderwets" σε Ελληνικά

Οι παλιομοδίτης, παλιομοδίτικος, απαρχαιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ouderwets" σε Ελληνικά.

ouderwets adjective γραμματική

Van een stijl die niet meer in de mode is.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλιομοδίτης

    adjective masculine

    Ja, je bent ouderwets, net als je keuze voor antieke wapens.

    Ναι, είσαι παλιομοδίτης ακόμη και στην επιλογή όπλων.

  • παλιομοδίτικος

    adjective

    Dat is een ouderwetse manier om over de dingen te denken.

    Αυτός είναι ένας παλιομοδίτικος τρόπος, να βλέπεις τα πράγματα.

  • απαρχαιωμένος

    adjective masculine

    Door het toenemende rationalisme kan de eed ouderwets en onbelangrijk hebben geleken.

    Με τον ορθολογισμό να κερδίζει συνεχώς έδαφος, ο όρκος ίσως να φαινόταν απαρχαιωμένος και εξωπραγματικός.

  • αρχαϊκός

    adjective

    Je wil 100 jaar in de tijd terugreizen naar een wereld in oorlog, waar mensen paranoïde en ouderwets waren?

    Θες να ταξιδέψεις 100 χρόνια πίσω στο χρόνο... σε ένα κόσμο που βρισκόταν σε πόλεμο, όπου ο κόσμος ήταν παρανοϊκός κι αρχαϊκός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ouderwets " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ouderwets" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη