Μετάφραση του "overleven" σε Ελληνικά

Οι επιζώ, επιβιώνω, επιβίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "overleven" σε Ελληνικά.

overleven verb noun neuter γραμματική

in leven blijven ondanks levensbedreigende omstandigheden of gebeurtenissen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιζώ

    verb

    Ik leerde te overleven.

    Έχω μάθει να επιζώ.

  • επιβιώνω

    verb

    Ik denk en overleef steeds meer zoals zij.

    Αρχίζω να σκέφτομαι και να επιβιώνω σαν αυτούς.

  • επιβίωση

    noun feminine

    Er is een tijd van vechten en een tijd van overleven.

    Είναι στιγμές για μάχη και είναι στιγμές για επιβίωση.

  • γλιτώνω

    verb

    Drie Joes of andere manier overleefd ons huisje schoonmaken.

    Τρεις άνδρες της G.I. Joe κατάφεραν με κάποιον τρόπο να γλιτώσουν από το " ξεκαθάρισμα ".

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overleven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overleven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη