Μετάφραση του "pad" σε Ελληνικά

Οι δρόμος, μονοπάτι, διαδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pad" σε Ελληνικά.

pad noun feminine neuter γραμματική

een op een kikker lijkende amfibie [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμος

    noun masculine

    Verlangen leidt af van het pad naar god.

    Η επιθυμία σε αποσπά από τον δρόμο του Θεού.

  • μονοπάτι

    noun neuter

    Dit pad leid je naar een heilige plaats. Een kerkhof.

    Tο μονοπάτι θα σε οδηγήσει σ έναν ανίερο τόπο σ ένα νεκροταφείο..

  • διαδρομή

    noun feminine

    Het gaat bergaf via het pad van de minste weerstand.

    Κυλάει και ταξιδεύει προς τη διαδρομή με την λιγότερη αντίσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάτραχος
    • φρύνος
    • ατραπός
    • μονοπάτί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pad " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pad"

Φράσεις παρόμοιες με "pad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pad" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη