Μετάφραση του "parkeren" σε Ελληνικά

Οι παρκάρω, στάθμευση, παρκάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parkeren" σε Ελληνικά.

parkeren verb γραμματική

(een voertuig) tijdelijk ergens laten staan

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρκάρω

    verb

    Roman, wees dankbaar dat ik je niet parkeer achter een bureau voor verkeersinformatie.

    Roman, να είσαι ευγνώμων που δεν σε παρκάρω σε ένα γραφείο να κάνεις αναφορές κυκλοφορίας.

  • στάθμευση

    noun feminine

    In alle gevallen worden de overbrengingsverhoudingen voor langzaam rijden, parkeren en remmen uitgesloten.

    Σε κάθε περίπτωση, αποκλείονται οι σχέσεις μετάδοσης για βραδείς χειρισμούς, στάθμευση ή πέδηση.

  • παρκάρισμα

    neuter

    En als je niet wat opschiet, gaan we op de bon voor fout parkeren.

    Και αν δεν το σανιδώσεις, θα μας δώσει κλήση για παράνομο παρκάρισμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " parkeren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "parkeren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parkeren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη