Μετάφραση του "partikel" σε Ελληνικά

Οι μόριο, σωματίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partikel" σε Ελληνικά.

partikel

Elke relatieve onderverdeling van materie, gaande van een paar ångström tot een paar millimeter.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόριο

    noun neuter

    Die echo die we opvangen, kan van het partikel komen.

    Εκείνο το σήμα που παίρναμε από το ραδιενεργό μόριο.

  • σωματίδιο

    noun neuter

    Ja, mijn scanner heeft een ongewone piek geregistreerd, van exotische partikels.

    Ο σαρωτής εντόπισε μια ασυνήθιστη ύπαρξη εξωτικών σωματιδίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " partikel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "partikel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη