Μετάφραση του "partner" σε Ελληνικά

Οι σύντροφος, ταίρι, συνεργάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partner" σε Ελληνικά.

partner

Iemand die geassocieerd is met een ander in algemene activiteiten of interesse. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύντροφος

    noun masculine

    Hoe minder sekspartners, hoe blijer je bent met je uiteindelijke partner.

    Όσο λιγότερους συντρόφους έχεις, τόσο πιο ευτυχισμένος είσαι με τον ύστατο σύντροφο.

  • ταίρι

    noun neuter

    Een mannelijke bultrugwalvis zingt om een partner aan te trekken.

    Μία αρσενική φάλαινα τραγουδά για να προσελκύσει ταίρι.

  • συνεργάτης

    noun masculine

    Mijn partner kwam naar me toe vroeg me hoe het met me ging.

    Ο συνεργάτης μου ήρθε σε με, ρωτημένος με πώς ήμουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " partner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "partner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "partner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη