Μετάφραση του "passagier" σε Ελληνικά

Οι επιβάτης, αργόμισθος, Επιβάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "passagier" σε Ελληνικά.

passagier noun masculine γραμματική

iemand die al of niet tegen betaling meereist met een voer-, vaar- of vliegtuig

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβάτης

    noun masculine

    Wanneer een passagier op een mechanisch intrekbare trede staat, mag de bijbehorende deur niet gesloten kunnen worden.

    Όταν στη βαθμίδα στέκεται επιβάτης, η αντίστοιχη θύρα δεν πρέπει να μπορεί να κλείσει.

  • αργόμισθος

    noun masculine
  • Επιβάτης

    2.20. „passagier”: een andere persoon dan de bestuurder of dan een bemanningslid;

    «Επιβάτης», ένα άτομο διαφορετικό από τον οδηγό ή από ένα μέλος του πληρώματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " passagier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "passagier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη