Μετάφραση του "pauze" σε Ελληνικά

Οι παύση, διάλειμμα, ανάσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pauze" σε Ελληνικά.

pauze noun common γραμματική

tijd waarin de hoofdactiviteit wordt onderbroken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παύση

    noun feminine

    Die kerel blijft z'n keel schrapen en maakt geen pauzes.

    Ο εκφωνητής βήχει διαρκώς και δεν κάνει μια παύση!

  • διάλειμμα

    noun neuter

    Laten we een korte pauze nemen.

    Ας κάνουμε ένα σύντομο διάλειμμα.

  • ανάσα

    noun feminine

    Dus we nemen even een pauze en gaan uitzoeken wat we nu gaan doen!

    Γι'αυτό θα πάρουμε μια βαθιά ανάσα και να κάτσουμε να σκεφτούμε την επόμενη μας κίνηση!

  • στάση

    noun feminine

    Het begrip „tussenstop” dient te worden uitgelegd in de zin van een pauze, een reisonderbreking of een rust.

    Η έννοια «σταθμός» πρέπει να ερμηνεύεται ως στάση ή διακοπή του ταξιδιού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pauze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pauze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pauze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη