Μετάφραση του "pech" σε Ελληνικά

Οι ατυχία, δυστυχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pech" σε Ελληνικά.

pech noun masculine γραμματική

de conditie waarin er tegenslag te verwerken is die niet door eigen schuld veroorzaakt is

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατυχία

    noun feminine

    Geen pech en geluk, voor het eerst echte balans in het heelal.

    Ούτε τύχη, ούτε ατυχία, πραγματική ισορροπία στο σύμπαν για πρώτη φορά.

  • δυστυχία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pech " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pech" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη