Μετάφραση του "pels" σε Ελληνικά
Οι προβειά, τομάρι, γούνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pels" σε Ελληνικά.
pels
De behaarde vacht van een zoogdier, gebruikt bij het maken van kleding en als garneersel of als decoratie. [..]
-
προβειά
noun feminine -
τομάρι
noun neuter -
γούνα
noun feminineDe pels moet in goede conditie zijn als het moet werken als een isolator, dus is verzorging essentieel.
Η γούνα πρέπει να'ναι σε άριστη κατάσταση, ώστε να τα μονώνει. 'Ετσι η περιποίηση είναι απαραίτητη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δέρμα
- επιδερμίδα
- γουνόδερμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pels " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pels" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλογόμυγα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη