Μετάφραση του "periode" σε Ελληνικά

Οι περίοδος, εποχή, Περίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "periode" σε Ελληνικά.

periode noun feminine γραμματική

tijdperk [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίοδος

    noun feminine

    σειρά στον περιοδικό πίνακα των στοιχείων [..]

    De rapportageperiode bakent de periode af waarop de gegevens betrekking hebben.

    Με τον όρο«περίοδος παροχής στοιχείων» νοείται το φάσμα των ημερομηνιών στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία.

  • εποχή

    noun feminine

    Een aparte tussentijd in de geschiedenis.

    Deze periode van het jaar vechten de mannetjes beren.

    Αυτή είναι η εποχή του έτους που οι αρσενικές προπονούνται στην πυγμαχία.

  • Περίοδος

    De rapportageperiode bakent de periode af waarop de gegevens betrekking hebben.

    Με τον όρο«περίοδος παροχής στοιχείων» νοείται το φάσμα των ημερομηνιών στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " periode " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "periode" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "periode" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη