Μετάφραση του "perk" σε Ελληνικά

Οι σύνορο, μεθόριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perk" σε Ελληνικά.

perk noun neuter γραμματική

Een stuk grond waarop planten groeien.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνορο

    noun neuter
  • μεθόριος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη