Μετάφραση του "persen" σε Ελληνικά

Οι συμπίεση, σφίγγω, στριμώχνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "persen" σε Ελληνικά.

persen verb noun γραμματική

Iets in een beperkte ruimte duwen of persen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπίεση

    noun

    Na het persen is de oppervlakte van de kaas helemaal bedekt met kaasdoek.

    Μετά τη συμπίεση, η επιφάνεια του τυριού έχει πλήρως καλυφθεί από το ύφασμα.

  • σφίγγω

    verb

    Bij haar eerste kind perste ze te vroeg.

    Με το πρώτο μωρό της άρχισε να σφίγγεται πάρα πολύ νωρίς.

  • στριμώχνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " persen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "persen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "persen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη