Μετάφραση του "peul" σε Ελληνικά
Οι όσπριο, όσπρια, Όσπρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peul" σε Ελληνικά.
peul
noun
masculine
γραμματική
-
όσπριο
noun neuter -
όσπρια
nounh) fomesafen: bonen en erwten (met en zonder peul, peulvruchten), sojabonen;
η) fomesafen: φασόλια και μπιζέλια (με και χωρίς λοβό, όσπρια), σόγια·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peul " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Peul
-
Όσπρια
vrucht
h) fomesafen: bonen en erwten (met en zonder peul, peulvruchten), sojabonen;
η) fomesafen: φασόλια και μπιζέλια (με και χωρίς λοβό, όσπρια), σόγια·
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη