Μετάφραση του "pik" σε Ελληνικά
Οι πούτσα, ψωλή, καυλί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pik" σε Ελληνικά.
pik
noun
verb
masculine
common
γραμματική
De mannelijke seksuele orgaan voor copulatie en de plassen, de buisvormige deel van de mannelijke genitaliën (met uitzondering van het scrotum)
-
πούτσα
noun feminineDus je toonde elkaar jullie pikken, omdat..?
Οπότε δείχνατε ο ένας την πούτσα του στον άλλο επειδή...;
-
ψωλή
noun feminine -
καυλί
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πούτσος
- παπάρα
- παπάρι
- πούλος
- πέος
- κόκορας
- πούλλος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη