Μετάφραση του "pincet" σε Ελληνικά

Το λαβίδα είναι η μετάφραση του "pincet" σε Ελληνικά.

pincet noun neuter γραμματική

een gevorkt werktuig bestaande uit twee armen waarvan de punt bijeengeknepen kan worden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαβίδα

    noun feminine

    Pak met het pincet het filtratiemembraan op bij de rand.

    Λαμβάνεται με τη λαβίδα η μεμβράνη διήθησης από το ένα της άκρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pincet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pincet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη