Μετάφραση του "pistool" σε Ελληνικά

Οι πιστόλι, περίστροφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pistool" σε Ελληνικά.

pistool noun neuter γραμματική

een semi-automatisch handvuurwapen met een langwerpig magazijn in het handvat

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστόλι

    noun neuter

    Leg het pistool op tafel.

    Βάλε το πιστόλι πάνω στο τραπέζι.

  • περίστροφο

    noun neuter

    Als hij dat gedaan heeft, ga ik hem met een pistool vragen hoe ik beter word.

    Θα του βάλω το περίστροφο στον κρόταφο, να μάθω γιατί το'κανε και πώς θα γίνω καλά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pistool " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pistool" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pistool" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη