Μετάφραση του "plank" σε Ελληνικά

Οι ράφι, σανίδα, εταζέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plank" σε Ελληνικά.

plank noun feminine γραμματική

Een stuk hout of gelijkwaardig materiaal dat in een regelmatige vorm is gezaagd, meestal ter voorbereiding om het te gebruiken voor een bouwwerk. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ράφι

    noun neuter

    Hij legde al het hout in de schuur en de plank brak af.

    Κουβαλούσε τα ξύλα στην αποθήκη, κι έσπασε το ράφι.

  • σανίδα

    noun feminine

    Ik moet de magneten hebben om de plank te laten zweven.

    Χρειάζομαι τους μαγνήτες για να κάνω τη σανίδα να αιωρηθεί.

  • εταζέρα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plank " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plank" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη