Μετάφραση του "plundering" σε Ελληνικά

Οι λεηλασία, λεία, λάφυρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plundering" σε Ελληνικά.

plundering

Diefstal en plundering vergezeld van vernieling.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεηλασία

    noun feminine

    Een deel van onze rijkdommen is voortgekomen uit de koloniale plundering van Afrika.

    Ένα μέρος του πλούτου μας προέκυψε από τα αποτελέσματα της αποικιοκρατικής λεηλασίας, θύμα της οποίας υπήρξε η Αφρική.

  • λεία

    noun feminine

    Onze vrouwen en onze kleinen zullen tot plundering worden.

    Οι γυναίκες μας και τα μικρά μας θα γίνουν λεία.

  • λάφυρο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λαφυραγώγηση
    • πλιάτσικο
    • Λάφυρο
    • κλοπιμαία
    • διαγούμισμα
    • κούρσεμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plundering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plundering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη