Μετάφραση του "pols" σε Ελληνικά

Οι καρπός, σφυγμός, παλμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pols" σε Ελληνικά.

pols noun masculine γραμματική

''anatomie'': 1. een hand gewricht [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρπός

    noun masculine

    μέρος του σώματος [..]

    Kneuzingen bij z'n keel, op z'n armen en op z'n polsen.

    Μελανιές στο λαιμό, στα χέρια, και τους καρπούς.

  • σφυγμός

    noun masculine

    Haar pols is nog steeds zwakker dan normaal.

    Ο σφυγμός της είναι ακόμη πιο αδύναμος από όσο θα'πρεπε.

  • παλμός

    noun masculine

    Haar pols is heel zwak en haar bloeddruk laag.

    Έχει υψηλό πυρετό, παλμός αδύναμη, αρτηριακή πίεση είναι χαμηλή.

  • ο σφυγμός

    M'n pols gaat als een gek tekeer, dokter.

    Σου το λέω, ο σφυγμός μου καλπάζει, Γιατρέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pols " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pols"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pols" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη