Μετάφραση του "prefix" σε Ελληνικά
Οι πρόθημα, πρόθεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prefix" σε Ελληνικά.
prefix
adjective
noun
masculine
γραμματική
Een morfeem dat aan het begin van een woord geplaatst wordt.
-
πρόθημα
noun neutertaalkunde
-
πρόθεμα
nounWegens een klacht bij de regionale administratieve rechter, wordt dit prefix evenwel in Zweden blijkbaar niet toegepast.
Φαίνεται, εντούτοις, ότι το πρόθεμα δεν έχει εφαρμοστεί στη Σουηδία λόγω καταγγελίας που υποβλήθηκε στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prefix " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη