Μετάφραση του "prille" σε Ελληνικά

Οι ανεκπαίδευτος, πρωτόπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prille" σε Ελληνικά.

prille adjective
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεκπαίδευτος

    adjective masculine
  • πρωτόπειρος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prille " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prille" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανεκπαίδευτος · μικρός · νέος · νεαρός · πρωτόπειρος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prille" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη