Μετάφραση του "prinses" σε Ελληνικά

Οι πριγκίπισσα, πριγκήπισσα, βασιλοπούλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prinses" σε Ελληνικά.

prinses noun feminine γραμματική

de hoogste adellijke titel van een vrouw of meisje [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πριγκίπισσα

    noun feminine

    κόρη βασιλιά ή βασίλισσας

    Op een dag, toen haar bewakers haar niet zagen, ontsnapte de prinses.

    Mια μέρα, αψηφώντας τους φρουρούς, η πριγκίπισσα το'σκασε.

  • πριγκήπισσα

    De dochter van een koning, koningin, keizer, keizerin, prins of prinses.

    De enige manier dat ik in die show geraak is als jij mij omtovert in een prinses.

    Ο μόνος τρόπος να παω στο σοου είναι εάν με μεταμορφωσεις σε μια πριγκήπισσα.

  • βασιλοπούλα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prinses " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prinses" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη