Μετάφραση του "probeersel" σε Ελληνικά

Οι προσπάθεια, απόπειρα, δοκιμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "probeersel" σε Ελληνικά.

probeersel

Een oprechte en zorgvuldige activiteit met de bedoeling iets voor elkaar te krijgen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσπάθεια

    noun neuter

    Het was meer dan een probeersel.

    Ήταν παραπάνω από προσπάθεια.

  • απόπειρα

    noun feminine
  • δοκιμή

    noun feminine

    Dit is geen probeersel, agent Hotchner.

    Δεν πρόκειται για δοκιμή, πράκτορα Χότσνερ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " probeersel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "probeersel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη