Μετάφραση του "processor" σε Ελληνικά
Το Κεντρική Μονάδα Επεξεργασίας είναι η μετάφραση του "processor" σε Ελληνικά.
processor
noun
masculine
γραμματική
-
Κεντρική Μονάδα Επεξεργασίας
εξάρτημα που επεξεργάζεται δεδομένα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή,
Personal computers (inclusief processor, muis, scherm en toetsenbord)
Προσωπικοί υπολογιστές (συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών μονάδων επεξεργασίας (CPU), των ποντικιών, των οθονών και των πληκτρολογίων)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " processor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "processor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επεξεργαστής εικόνας raster
-
επεξεργαστής προσκηνίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη