Μετάφραση του "product" σε Ελληνικά

Οι προϊόν, γινόμενο, εμπόρευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "product" σε Ελληνικά.

product noun neuter γραμματική

Iets, geproduceerd door mensen of mechanische inspanning, of door een natuurlijk proces.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προϊόν

    noun neuter

    Geweigerde producten mogen niet meer voor aanvaarding worden aangeboden.

    Τα απορριπτόμενα προϊόντα δεν υποβάλλονται εκ νέου για να γίνουν δεκτά.

  • γινόμενο

    noun neuter

    De visserijinspanning wordt berekend als het product van de capaciteit en de activiteit van een vissersvaartuig.

    Η αλιευτική προσπάθεια υπολογίζεται ως το γινόμενο της αλιευτικής ικανότητας επί την δραστηριότητα ενός αλιευτικού σκάφους.

  • εμπόρευμα

    noun

    economie

    Zodat u beseft wat de consequenties zijn van zo veel product in depot hebben.

    Σε έφερα εδώ για να καταλάβεις τις συνέπειες του να δέχεσαι τόσο μεγάλο εμπόρευμα προκαταβολικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Γινόμενο
    • προϊόντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " product " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Product
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προϊόν

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

    Producten van de landbouw en de jacht; diensten in verband met deze activiteiten

    Προϊόντα γεωργίας, θήρας και συναφείς υπηρεσίες

Φράσεις παρόμοιες με "product" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "product" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη