Μετάφραση του "proper" σε Ελληνικά

Οι καθαρός, παστρικός, διαυγής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proper" σε Ελληνικά.

proper adjective γραμματική

net, rein, schoon, zindelijk [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρός

    adjective

    Niet vuil.

    Hij moet de properste baby in Engeland zijn.

    Πρέπει να είναι το πιο καθαρό μωρό της Αγγλίας.

  • παστρικός

  • διαυγής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη