Μετάφραση του "pruik" σε Ελληνικά
Οι περούκα, φενάκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pruik" σε Ελληνικά.
pruik
noun
feminine
γραμματική
een kunstmatig haarstuk waarmee het hoofd bedekt wordt
-
περούκα
noun feminineDe eerste keer, dat ik opstond om bezwaar te maken, viel mijn pruik af.
'Οταν σηκώθηκα για μια ένσταση, έπεσε η περούκα μου.
-
φενάκη
'De vrouw onder de pruik:
" Η γυναίκα πίσω από τη φενάκη:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pruik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη