Μετάφραση του "psalm" σε Ελληνικά
Το ψαλμός είναι η μετάφραση του "psalm" σε Ελληνικά.
psalm
noun
masculine
γραμματική
één van honderdvijftig gezangen uit de Tenach en het Oude Testament
-
ψαλμός
noun masculineIn het oorspronkelijke Hebreeuws begint de allereerste psalm zelfs met het woord „gelukkig” of „gezegend”.
Μάλιστα, στην πρωτότυπη εβραϊκή, ο πρώτος κιόλας ψαλμός αρχίζει με τη λέξη «ευτυχισμένος», ή αλλιώς «ευλογημένος».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " psalm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "psalm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ψαλμός · Ψαλτήρι
-
Ελβετικός ψαλμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη