Μετάφραση του "publiek" σε Ελληνικά
Οι ακροατήριο, κοινό, δημόσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "publiek" σε Ελληνικά.
Gemeenschap, mensen in het algemeen of een deel of sectie van de gemeenschap gegroepeerd vanwege een gezamenlijke belangstelling of activiteit. (Bron: CED) [..]
-
ακροατήριο
noun neuterGroep aanwezigen bij een voorstelling. [..]
Met een knal hou je het publiek altijd alert.
Τίποτα περισσότερο από ένα εύρημα, για να κρατήση ζωηρό το ακροατήριο.
-
κοινό
noun neuterGemeenschap, mensen in het algemeen of een deel of sectie van de gemeenschap gegroepeerd vanwege een gezamenlijke belangstelling of activiteit. (Bron: CED)
Voor operationele en administratieve doeleinden gebruikte informatie is niet toegankelijk voor het publiek.
Οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για λειτουργικούς και διοικητικούς σκοπούς δεν είναι προσιτές στο κοινό.
-
δημόσιος
adjective masculinevrij toegangelijk , openbaar
Een tent op een publiek strand is geen privégebouw.
Μια σκηνή σε μια δημόσια παραλία δεν είναι ιδιωτική κατασκευή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοινός
- ακροατές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " publiek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "publiek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσια δράση
-
πρόσβαση του κοινού σε έκταση γης
-
Δημόσιος τομέας
-
πουτάνα · πόρνη
-
δημόσιο δίκαιο
-
δημόσια ήθη
-
προσέλευση του κοινού
-
δημόσιο πρόσωπο