Μετάφραση του "puist" σε Ελληνικά

Οι σπυράκι, σπυρί, καλόγερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puist" σε Ελληνικά.

puist noun masculine γραμματική

ontsteking van de huid die tot een bobbeltje leidt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπυράκι

    noun neuter

    Alles wat hij nog doet is alleen op zijn kamer zitten en met die puist praten.

    Τώρα τελευταία κάθεται μόνος του στο δωμάτιό του και μιλάει στο σπυράκι του.

  • σπυρί

    noun neuter

    Het resultaat van een verstopping van een huidporie.

    Ik ga met iedere snotneus, gestoten teen en puist te maken krijgen.

    Κάθε ρινική καταρροή, στραμπουλιγμένο δάχτυλο του ποδιού, σπυρί στο μάγουλο γίνεται δική μου ευθύνη.

  • καλόγερος

    noun masculine

    Een pijnlijke, plaatselijke ontsteking van de huid, veroorzaakt door de infectie van een haarfollikel. Meestal zijn een harde kern en pus aanwezig.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δοθιήνας
    • απόστημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "puist"

Φράσεις παρόμοιες με "puist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη